Η αθωότητα και ο ενθουσιασμός της μεταπολίτευσης και της νεοσύστατης Δημοκρατίας το 1974 ελάχιστα μπορούσε ίσως να οραματιστεί το πείραμα Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που θα εξελισσόταν 40 χρόνια μετά. Κι όμως. Φέτος, τα 40α ιστορικά γενέθλια από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή συμπίπτουν με το διεθνές συνέδριο «Προσωπικής Δημοκρατίας» που εξελίσσεται στο Παρίσι.

Μιας ιστορικής «επανάστασης», που συνέβη όμως προοδευτικά αθόρυβα μέσα στον Κυβερνοχώρο και με αιχμή του δόρατος την Τεχνολογία και τα Κοινωνικά Μέσα, προσδίδοντας τα τελευταία πέντε χρόνια απεριόριστη εξουσία στον μέχρι πρόσφατα παγκοσμίως άγνωστο μέσο πολίτη, υποκαθιστώντας ακόμα και τον παραδοσιακό ρόλο του Τύπου σαν μορφή εξουσίας και κάνοντας τη «δήλωση» και τη φωνή του μη πολιτικού προσώπου πιο ισχυρή και πιο δημόσια από ποτέ.

Η έννοια της «Προσωπικής Δημοκρατίας» ή «Δημοκρατίας της Καθημερινότητας» με μεσολαβητή την τεχνολογία , μπήκε για τα καλά στο λεξιλόγιό μας τα τελευταία τρία χρόνια, προβληματίζοντας τόσο την κεντρική πολιτική σκηνή σ’ ολόκληρο τον κόσμο όσο και ίδιους τους «χρήστες» και τους αποδέκτες της ως προς τη νομιμοποίησή της. «Τα media του λαού», όπως συνηθίσαμε να αποκαλούμε τα κοινωνικά μέσα και το micro blogging μετά την «Αραβική επανάσταση» παίζουν πλέον ισχυρό ρόλο, ασκώντας προσωπική κριτική αλλά και προσωπικές στρατηγικές στη διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, προσεγγίζοντας ένα καθημερινό ακροατήριο εκατομμυρίων αθέατων και μοιραίων καμιά φορά άγνωστων και ασκώντας στο τέλος της μέρας την ίδια εξουσία και με τους ίδιους μηχανισμούς πίεσης με έναν εκδότη εφημερίδας σε άλλες δεκαετίες…

Στον αιώνα της πληροφορίας και του connectivity, η Δημοκρατία και οι μηχανισμοί της βρίσκονται ενίοτε στην άκρη των δακτύλων μας και άλλες φορές κυριολεκτικά στον αέρα, αφού η συνεχής διαχείριση της πληροφορίας αποτελεί πλέον ισοδύναμο της ανάληψης κοινωνικής ευθύνης. Η διαφάνεια της πολιτικής ζωής άλλαξε χέρια, επίπεδο και «πίστα», δημιουργώντας ένα παγκόσμιο γοητευτικό αλλά και επικίνδυνο πείραμα Άμεσης Δημοκρατίας σε ολόκληρο τον κόσμο.

Είναι όμως η Δημοκρατία μας αρκετά ώριμη, ενήλικη και «εμβολιασμένη» να αντιμετωπίζει τη live Δημοκρατία που εξελίσσεται καθημερινά στον κυβερνοχώρο, δημιουργώντας απεριόριστες δυνατότητες και υπερ-προσδοκίες από τη μία αλλά και ένα χάσμα απογοήτευσης και κοινωνικής ευθύνης από την άλλη; Το μόνο σίγουρο είναι ότι στον αιώνα της διαδραστικότητας και της εικόνας, όπου «perception is reality” το πολιτικό λεξιλόγιό μας και οι όροι του πολιτικού διαλόγου αλλάζουν, όπως και τα κριτήρια του πολίτη-χρήστη των κοινωνικών μέσων.

Ο παγκόσμιος διάλογος που διαδραματίζεται στον κυβερνοχώρο, συνδέοντας τους χρήστες σε μια κοινότητα κοινής φιλοσοφίας που ξεπερνάει το connectivity, περνάει τη σχέση τους στο επόμενο επίπεδο, όπου-με όρους «επικοινωνίας» πια- αυτός που κατέχει την πληροφορία και τη διαχειρίζεται με τον πιο ενδιαφέροντα- και όχι απαραίτητα πολιτικά ορθό τρόπο- είναι ο εκλεγμένος από την κοινότητα «αρχηγός», κερδίζοντας αναγνωρισιμότητα, αναγνωσιμότητα και πολλούς οπαδούς (followers), που εκπαιδεύονται προκαταβολικά να τον «ψηφίζουν» καθημερινά, προσφέροντας ή όχι το πολυπόθητο like που ισοδυναμεί με δημοσκόπηση προσωπικής αποδοχής και ισοδύναμο πρόθεσης ψήφου σ’ αυτές τις ιδιότυπες εκλογές δημοφιλίας.

Από τα βάθη μιας άλλης ιστορικής πραγματικότητας, ο Winston Churchill συνήθιζε να λέει ότι «το ισχυρότερο επιχείρημα ενάντια στην Άμεση Δημοκρατία» είναι μια πεντάλεπτη συζήτηση με το μέσο ψηφόρο». Σήμερα, οι ψηφοφόροι και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης κυκλοφορούν ανάμεσά μας, παράγοντας πολιτική σκέψη, μεταλλάσσοντας τα think tank ιδεολογικής ταυτότητας σε internet thinkers και αποτελώντας μια παράλληλη «ανάγνωση» των συνταγματικών ελευθεριών σε ένα παράλληλο σύμπαν.

Γιατί, στην υπερπροσφορά πληροφορίας που βρίσκεται διαθέσιμη στο διαδίκτυο, ο εκλεκτός δεν είναι απαραίτητα ο πολιτικά σοφότερος ή ο ικανότερος, αλλά ο διαδραστικότερος, και ενίοτε ο πιο χειριστικός: αυτός που γνωρίζει τα power games δημοσιότητας και διαχείρισης κοινού, κάνοντας σημαία του εκτός από τα 15 λεπτά δημοσιότητας και πιο επίκαιρο από ποτέ το σλόγκαν του δημιουργού του twitter:“we don’t need followers, we need believers”.

Σ’ αυτό το παιχνίδι «Προσωπικής Δημοκρατίας» όπου τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική και πολιτική αποδοχή είναι λιγότερο ξεκάθαρα από ποτέ, η ανάληψη πολιτικής ευθύνης «εικονική», αποτελώντας παρόλα αυτά βαρόμετρο της δημοκρατικότητας μιας χώρας και την ανοχή της σε όλες τις φωνές, ένα είναι βέβαιο: οι πολίτες είναι περισσότερο υποψιασμένοι από ποτέ, η νεότερη γενιά μπαίνει δυναμικά και με αξιώσεις στον πολιτικό χώρο, εμπλουτίζοντας το πολιτικό σκηνικό με πολλούς χρήστες-άτυπους «εκπροσώποιυς τύπου» διαφόρων ιδεολογικών αποχρώσεων, όπου η δημοκρατία είναι συνήθως η μόνη κερδισμένη. Γιατί στον κυβερνοχώρο- και με όρους απόλυτης τεχνολογίας της επικοινωνίας- μόνο ότι αξίζει να σωθεί επιβιώνει στο χρόνο βραχείας ιστορικής μνήμης της online, είδησης, όπου η πληροφορία αποτελεί πολιτική δύναμη και η έκφραση προσωπικής δήλωσης δημιουργεί «δημόσια πρόσωπα» που κινούνται στα όρια ή και εκτός της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Και όσο και αν ακούγεται οξύμωρο για κάποιους, η τεχνολογία, δημιουργώντας συνθήκες διαφάνειας και ελεύθερης πρόσβασης, εμβαθύνει στο δημοκρατικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, παράγοντας ενεργή live πολιτική σκέψη, ανεβάζοντας ή κατεβάζοντας τον πήχη στον ουσιαστικό πολιτικό διάλογο, που πλέον πρέπει να πείθει. Από δω και πέρα, οι οπαδοί τελείωσαν, ζήτω οι πολίτες και οι οραματιστές του κυβερνοχώρου. Και για να «κλέψουμε» και το τραγούδι του 1974, που έγινε το σλόγκαν του twitter, «we don’t need followers, we need believers”.
Να τα εκατοστήσουμε!